αἰειγενέτης

ἀειγενέτης
everlasting
masc nom sg (epic)
αἰειγενέτης
everlasting
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιειγενέτης — αἰειγενέτης, ο (Α) ποιητικός τύπος τού αιειγενέτης* …   Dictionary of Greek

  • αἰειγενέται — ἀειγενέτης everlasting masc nom/voc pl (epic) αἰειγενέτᾱͅ , ἀειγενέτης everlasting masc dat sg (epic doric aeolic) αἰειγενέτης everlasting masc nom/voc pl αἰειγενέτᾱͅ , αἰειγενέτης everlasting masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰειγενέτας — αἰειγενέτᾱς , ἀειγενέτης everlasting masc acc pl (epic) αἰειγενέτᾱς , ἀειγενέτης everlasting masc nom sg (epic doric aeolic) αἰειγενέτᾱς , αἰειγενέτης everlasting masc acc pl αἰειγενέτᾱς , αἰειγενέτης everlasting masc nom sg (epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αειγενέτης — ἀειγενέτης, ο (Α) (μόνο στον επικό τύπο αἰειγενέτης, ως επίθετο θεών) αιώνιος, αθάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀεὶ + γενετής] …   Dictionary of Greek

  • εκατηβόλος — ἑκατηβόλος, ον, δωρ. τ. ἑκαταβόλος (Α) αυτός που βάλλει, που ρίχνει από μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι σύνθετη και εμφανίζει ως β συνθετικό βολος < βάλλω. Ήδη από την αρχαιότητα συσχετίστηκε ο τ. εκατηβόλος με το εκηβόλος και ερμηνευόταν «αυτός… …   Dictionary of Greek

  • αἰειγενετάων — αἰειγενετά̱ων , ἀειγενέτης everlasting masc gen pl (epic aeolic) αἰειγενετά̱ων , αἰειγενέτης everlasting masc gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰειγενέτηισιν — αἰειγενέτῃσιν , ἀειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) αἰειγενέτῃσιν , αἰειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰειγενέτῃσι — ἀειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) αἰειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰειγενέτῃσιν — ἀειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) αἰειγενέτης everlasting masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.